Κόσμος

Εκλογές ΗΠΑ: Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ διεκδικεί έδρα στη Γερουσία στο Μίσιγκαν

Ο 41χρονος πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας υγείας του Ντιτρόιτ διεκδικεί έδρα στη Γερουσία και θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ. Η υποψηφιότητά του έχει πυροδοτήσει σφοδρή αντιπαράθεση.

Εκλογές ΗΠΑ: Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ διεκδικεί έδρα στη Γερουσία στο Μίσιγκαν
Φωτογραφία: Conlan Houston / CC BY-SA 4.0 / Wikimedia Commons

Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ, 41 ετών, διεκδικεί έδρα στη Γερουσία των ΗΠΑ στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στο Μίσιγκαν, έχοντας εξασφαλίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών. Τις τελευταίες εβδομάδες βρέθηκε στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής αντιπαράθεσης για λόγους που ξεπερνούν την ίδια την υποψηφιότητά του.

Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να τον συνδέσουν με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενώ ακόμη και στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος εμφανίζονται διστακτικά ως προς τη στήριξή του. Χαρακτηριστική ήταν η στάση της βουλευτού του Μίσιγκαν Χέιλι Στίβενς, η οποία λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές δήλωσε δημόσια ότι στηρίζει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Μάικ Ρότζερς.

Η κίνηση της Στίβενς, πρώην αντιπάλου του Ελ Σαγέντ στις εσωκομματικές εκλογές, ήρθε μετά τη σύγκρουσή τους. Σε βίντεο που ανάρτησε, υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν έχει θέση στην εκστρατεία της και τον κατηγόρησε ότι προωθεί ρητορική μίσους. Ο Ελ Σαγέντ απάντησε ότι δεν ασχολείται μαζί της και ότι τον ενδιαφέρει λιγότερο η μικροπολιτική και περισσότερο η δημόσια πολιτική.

Η παρέμβαση της βουλευτού προκάλεσε την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έγραψε στην πλατφόρμα Truth Social ότι η Στίβενς εξέφρασε όσα λίγοι τολμούν να πουν, επαινώντας την αφοσίωση και το θάρρος της. Στις 25 Οκτωβρίου, μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση στο Μίσιγκαν, ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τον Ελ Σαγέντ «τζιχαντιστή», υποστήριξε ότι βρίσκεται «στο πλευρό των τρομοκρατών» και έχει επανειλημμένα διακωμωδήσει το όνομά του, αποκαλώντας τον «Μοχάμεντ».

Οι επιθέσεις αυτές έχουν καταγγελθεί ως ρατσιστικές και ισλαμοφοβικές. Μεταξύ όσων τις επέκριναν είναι ο Μπισάρα Μπάχμπαχ, ιδρυτής της οργάνωσης «Arab Americans for Trump», ο οποίος δήλωσε στο Associated Press: «Οι δηλώσεις του προέδρου ξεπερνούν τα όρια. Είναι ρατσιστικές».

Ποιος είναι ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ

Γεννήθηκε το 1984 στο Μίσιγκαν από γονείς που είχαν μεταναστεύσει από την Αίγυπτο και μεγάλωσε στην περιοχή του Ντιτρόιτ. Σπούδασε βιολογία και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, συνέχισε στην Οξφόρδη με υποτροφία Rhodes και απέκτησε πτυχίο Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια.

Στράφηκε στη δημόσια υγεία και το 2015 ανέλαβε επικεφαλής της υπηρεσίας υγείας του Ντιτρόιτ, σε μια περίοδο ανασυγκρότησης των δημόσιων υπηρεσιών μετά τη χρεοκοπία της πόλης, ενώ αργότερα ανέλαβε αντίστοιχη θέση στην κομητεία Γουέιν. Ασχολήθηκε με προγράμματα πρόληψης, τη διανομή φαρμάκων κατά των υπερβολικών δόσεων οπιοειδών και πρωτοβουλίες διαγραφής ιατρικών χρεών. Το 2018 διεκδίκησε το χρίσμα των Δημοκρατικών για την κυβερνησία του Μίσιγκαν με τη στήριξη του Μπέρνι Σάντερς, αλλά ηττήθηκε από την Γκρέτσεν Γουίτμερ.

Η ατζέντα του περιλαμβάνει την καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, τη μείωση του κόστους ζωής, την υψηλότερη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και τον περιορισμό της επιρροής των μεγάλων επιχειρήσεων στην πολιτική. Έχει ταχθεί υπέρ της κατάργησης της ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης ICE, χαρακτηρίζει «γενοκτονία» τον πόλεμο στη Γάζα και ζητά να σταματήσει η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, ενώ έχει ασκήσει κριτική και στο φιλοϊσραηλινό λόμπι AIPAC. Στο πλευρό του έχουν ταχθεί ο Μπέρνι Σάντερς, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και ο Μπαράκ Ομπάμα.

Η αναμέτρηση με τον Μάικ Ρότζερς

Αντίπαλός του είναι ο Μάικ Ρότζερς, πρώην βουλευτής και πρώην πράκτορας του FBI, ο οποίος έχει τη στήριξη του Τραμπ και διεκδικεί την έδρα που αφήνει κενή ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Γκάρι Πίτερς. Σε δημοσκόπηση που δημοσιοποιήθηκε στις 28 Οκτωβρίου, ο Ελ Σαγέντ συγκέντρωνε 51% έναντι 44% του Ρότζερς, αν και άλλες μετρήσεις κατέγραφαν μικρότερη διαφορά.

Το Μίσιγκαν θεωρείται αμφίρροπη πολιτεία, την οποία είχε κερδίσει ο Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024. Το αποτέλεσμα αναμένεται να επηρεάσει τον έλεγχο της Γερουσίας αλλά και την ευρύτερη συζήτηση για την κατεύθυνση του Δημοκρατικού Κόμματος, με αναλυτές να εκτιμούν ότι θα δώσει ενδείξεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.