Life

Κυτταρομεγαλοϊός: Πώς συνδέεται με βαρηκοΐα και εγκεφαλική παράλυση

Στις σοβαρές συνέπειες της συγγενούς λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) στα παιδιά και στους τρόπους μετάδοσης αναφέρεται ο καθηγητής Κλινικής Ιολογίας Γιώργος Σουρβίνος.

Κυτταρομεγαλοϊός: Πώς συνδέεται με βαρηκοΐα και εγκεφαλική παράλυση
Φωτογραφία: USAID / Public domain / Wikimedia Commons

Στις σοβαρές αλλά συχνά αθόρυβες συνέπειες που μπορεί να έχει η συγγενής λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) στα παιδιά, καθώς και στην ανάγκη πολυετούς παρακολούθησής τους, εστιάζει ο καθηγητής Κλινικής Ιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιώργος Σουρβίνος. Ο ιός παραμένει εκτός της ευρείας δημόσιας συζήτησης, παρά το γεγονός ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα σε ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού, όπως οι έγκυες, τα έμβρυα και οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς.

Επιπτώσεις και μακροχρόνια παρακολούθηση

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ειδικός, η συγγενής λοίμωξη από τον ιό υπολογίζεται ότι ευθύνεται για το 25% των περιπτώσεων βαρηκοΐας και το 10% των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης στα παιδιά. Αποτελεί μάλιστα το δεύτερο αίτιο νευρολογικής αναπηρίας μετά το σύνδρομο Down. Ωστόσο, η εμφάνιση αυτών των διαταραχών δεν είναι δεδομένη για όλα τα μολυσμένα νεογνά, καθώς το 80% έως 85% των παιδιών που γεννιούνται με τη λοίμωξη δεν θα εμφανίσουν συμπτώματα.

Η παρακολούθηση των παιδιών αυτών πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον πέντε έτη και περιλαμβάνει μια διεπιστημονική ομάδα ειδικών, γεγονός που δημιουργεί ψυχολογική επιβάρυνση στους γονείς και οικονομικό κόστος στα συστήματα υγείας. Στους μεταμοσχευμένους και στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, ο ιός μπορεί να προκαλέσει άμεση βλάβη σε όργανα όπως οι πνεύμονες, το γαστρεντερικό σύστημα και το ήπαρ, καθώς και επιβάρυνση ή απόρριψη μοσχεύματος.

Τρόποι μετάδοσης και προληπτικά μέτρα

Ο κυτταρομεγαλοϊός μεταδίδεται μέσω των σωματικών υγρών, κυρίως του σάλιου και των ούρων. Καθημερινές συνήθειες, όπως το φιλί στο στόμα, η χρήση κοινού ποτηριού ή κουταλιού και η αλλαγή πάνας χωρίς την κατάλληλη υγιεινή, αποτελούν κρίκους στην αλυσίδα μετάδοσης. Στις ανεπτυγμένες χώρες, ο ιός εμφανίζεται στον γενικό πληθυσμό σε ποσοστό 40% έως 60%, ενώ στις αναπτυσσόμενες φτάνει έως και το 100%.

Για τις εγκύους που έχουν ήδη μικρά παιδιά, οι ειδικοί συστήνουν απλά μέτρα πρόληψης, όπως το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό μετά την αλλαγή πάνας, την αποφυγή κοινών σκευών σίτισης και την αποφυγή φιλιών στο στόμα. Στην περίπτωση θετικών αντισωμάτων κατά την κύηση, ακολουθούνται ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις και απεικονιστικοί έλεγχοι για την εκτίμηση της υγείας του εμβρύου.