Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, σε συνέντευξή του στο Al Jazeera παρουσίασε ένα σχέδιο δύο ημερών για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Το σχέδιο αυτό αποτελεί την τελευταία πρόταση που βρίσκεται υπό συζήτηση μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών, με στόχο την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στη διεθνή αυτή θαλάσσια οδό.
Το σχέδιο των δύο ημερών
Σύμφωνα με τον Αραγτσί, η αρχική πρόταση της Τεχεράνης προέβλεπε ένα επταήμερο χρονοδιάγραμμα για το άνοιγμα των Στενών. Ωστόσο, έπειτα από αίτημα του Κατάρ, το διάστημα αυτό περιορίστηκε. Το νέο σχέδιο προβλέπει ότι την πρώτη ημέρα οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εφαρμόσουν μια δέσμη μέτρων και τη δεύτερη ημέρα τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν ξανά, με τη ναυσιπλοΐα να επιστρέφει στην προηγούμενη μορφή της.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι το σχέδιο αυτό προέκυψε μετά από διαβουλεύσεις με την καταριανή αντιπροσωπεία. «Έχουμε πλέον καταλήξει σε ένα σχέδιο που μειώνει τον χρόνο εφαρμογής σε δύο ημέρες», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Προειδοποίήσεις και οικονομικέ πίεση
Παράλληλα, ο Αραγτσί υποστήριξε ότι οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν βρίσκονται σε μεγαλύτερη ετοιμότητα για το ενδεχόμενο πολεμικής σύγκρουσης από κάθε άλλη φορά. Ανέφερε ότι αν ξεσπάσει πόλεμος, οι Αμερικανοί δεν θα επιτύχουν κανέναν από τους στόχους τους, προσθέτοντας ότι αυτό θα αποτελούσε «μία ήττα στις προηγούμενες ήττες τους».
Ο Ιρανός ΥΠΕΞ αναγνώρισε τις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η χώρα του, αλλά ξεκαθάρισε ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να υποχωρήσει. «Δεν θα πουλήσουμε την αξιοπρέπειά μας εξαιτίας των οικονομικών πιέσεων», τόνισε, «Δεν θα θυσιάσουμε την ανεξαρτησία μας. Θα αντισταθούμε και θα ξεπεράσουμε αυτά τα προβλήματα με τη δύναμή μας.»
Αναφερόμενος στην επιστολή του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο Αραγτσί εκτίμησε ότι στόχος της είναι η συνέχιση των διαπραγματεύσεων και η ειρηνική διευθέτηση των εκκρεμών διαφορών. Χαρακτήρισε θετική την προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν ανοιχτό τον δρόμο του διαλόγου, προειδοποιώντας όμως ότι αν η επιστολή είχε στόχο να σπείρει σύγκρουση, τότε αυτό θα ήταν ένα ακόμη λάθος από την πλευρά της Ουάσινγκτον.