Έξι βότσαλα από μαύρο γυαλί, τα οποία εντοπίστηκαν σε ορεινό ιερό μινωικού τύπου ηλικίας 3.500 ετών στη Νάξο, προέρχονται από άλλα νησιά του Αιγαίου, σύμφωνα με τα ευρήματα ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου McMaster. Τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν για να αποδείξουν με βεβαιότητα την παρουσία ξένων προσκυνητών, ωστόσο υποδηλώνουν ότι οι ναυτικοί είχαν ενεργό ρόλο στις τελετουργίες της εποχής. Η σχετική μελέτη δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Archaeological Science: Reports.
Οι ανασκαφές στην τοποθεσία Στελίδα της Νάξου έφεραν στο φως έναν υπαίθριο τόπο λατρείας χτισμένο σε βουνοκορφή, τύπο τυπικό για την Κρήτη της Εποχής του Χαλκού. Το συγκρότημα περιλαμβάνει τρία κτίρια, βωμό και ιερή όρθια πέτρα, ενώ τα κεραμικά ευρήματα δείχνουν ότι βρισκόταν σε χρήση από το 1650 π.Χ. έως το 1400 π.Χ. περίπου. Σύμφωνα με τους ερευνητές, πάνω από το 80% των βοτσάλων που βρέθηκαν στο σημείο είναι τοπικά πετρώματα, ωστόσο εντοπίστηκαν και ορισμένα κομμάτια από οψιδιανό, ένα υλικό που δεν υπάρχει στη Νάξο.
Χημική ανάλυση και προέλευση των πετρωμάτων
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον Tristan Carter, ανάλυσε τη χημική σύσταση των πετρωμάτων χρησιμοποιώντας φορητή συσκευή φθορισμού ακτίνων Χ. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι πέντε από τα βότσαλα προέρχονται από τη Μήλο και ένα από την Αντίπαρο. Ενώ η παρουσία υλικού από τη Μήλο θεωρείται αναμενόμενη λόγω της μακράς παράδοσης του νησιού στη διακίνηση οψιδιανού, το εύρημα από την Αντίπαρο αποτελεί σπάνια εξαίρεση, καθώς το τοπικό πέτρωμα σπάνια χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα.
Παρά το γεγονός ότι ο οψιδιανός συνδέεται συχνά με την κατασκευή εργαλείων, τα συγκεκριμένα ευρήματα είναι στρογγυλεμένα από τη φυσική τριβή σε παραλίες ή κοίτες ποταμών. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι πιστοί ενδέχεται να συνέλεξαν τυχαία τις πέτρες από παραλίες των γειτονικών νησιών και να τις άφησαν στο ιερό μαζί με μικρά θαλάσσια σαλιγκάρια, χωρίς ο οψιδιανός να έχει επιλεγεί απαραίτητα για τις ιδιότητές του.