Σοβαρά ερωτήματα προκύπτουν σχετικά με τη λειτουργία της ΜΚΟ «Παιδική Χαρά», η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο έρευνας των Αρχών για καταγγελλόμενη απάτη με δωρεές που συγκεντρώνονταν για βαριά άρρωστα παιδιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, η οργάνωση δεν ήταν καταχωρημένη στο προβλεπόμενο μητρώο ΜΚΟ, αλλά σε υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών που είχε σταματήσει να λειτουργεί από το 2015.
Η οργάνωση φέρεται να συγκέντρωνε μεγάλα χρηματικά ποσά μέσω εράνων επί σειρά ετών, χωρίς να υπόκειται στους προβλεπόμενους ελέγχους. Την ίδια στιγμή, οι αρμόδιες Αρχές εξετάζουν τα οικονομικά στοιχεία του επικεφαλής της οργάνωσης, Κωνσταντίνου Φιρινίδη, και της συντρόφου του, καθώς εμφανίζονταν να διαθέτουν περιορισμένα δηλωμένα εισοδήματα και επιδόματα ανεργίας, παρά τον πολυτελή τρόπο ζωής που καταγράφεται.
Καταγγελίες για εράνους σε παιδιά που είχαν λάβει εξιτήριο
Σοκαριστικές είναι οι μαρτυρίες γιατρών για τον τρόπο με τον οποίο η οργάνωση φέρεται να ζητούσε οικονομική ενίσχυση. Γιατρός του νοσοκομείου «Παίδων» κατήγγειλε ότι υπήρξαν αναρτήσεις για βρέφη που είχαν ήδη πάρει εξιτήριο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζονταν ψευδή στοιχεία για την κατάσταση της υγείας τους.
Παράλληλα, εξετάζονται περιπτώσεις κατά τις οποίες ζητούνταν δωρεές για παιδιά από το εξωτερικό που είχαν χάσει τη ζωή τους. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, τραπεζικά ιδρύματα είχαν εντοπίσει ύποπτες κινήσεις σε λογαριασμούς που συνδέονται με την υπόθεση, προχωρώντας στο κλείσιμό τους και ενημερώνοντας τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές.
Η πορεία της οργάνωσης και τα οικονομικά στοιχεία
Η διαδρομή της οργάνωσης ξεκίνησε γύρω στο 2013, ενώ το 2015 είχε συσταθεί ως αστική εταιρεία προτού διαγραφεί από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Η συγκέντρωση δωρεών άρχισε το 2018, διάστημα κατά το οποίο δεν υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάζονται, τα δηλωμένα έσοδα του επικεφαλής για την περίοδο από το 2021 έως το 2024 ανέρχονταν σε 47.000 ευρώ, την ώρα που τα καταγεγραμμένα έξοδα έφταναν τις 183.000 ευρώ. Η αστυνομική και δικαστική έρευνα συνεχίζεται προκειμένου να διαπιστωθεί η ακριβής διαδρομή των χρημάτων.