Ελλάδα

Πόσα να συνηθίσουμε ακόμα; Το σχόλιο που αμφισβητεί την κυβερνητική λογοδοσία

Ένα σχόλιο αναλύει πώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη επενδύει στην εξάντληση των πολιτών, αποφεύγοντας την ευθύνη σε υποθέσεις όπως του Μπεκίρη, του Μάγγου και του άρθρου 23.

Πόσα να συνηθίσουμε ακόμα; Το σχόλιο που αμφισβητεί την κυβερνητική λογοδοσία
Φωτογραφία: Yorgos Karahalis / CC BY 4.0 / Wikimedia Commons

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει μάθει να επενδύει σε κάτι πιο ανθεκτικό από τη δημοφιλία της: στην εξάντληση των πολιτών. Όπως επισημαίνεται σε σχόλιο, ο πολίτης που κυνηγά τον λογαριασμό του ρεύματος, το ενοίκιο και τη δόση του δανείου δύσκολα βρίσκει το κουράγιο να παρακολουθήσει μέχρι τέλους κάθε υπόθεση που αποκαλύπτεται. Κάπου ανάμεσα στο πρώτο σοκ και στην τελευταία κυβερνητική δικαιολογία, η ζωή τον τραβά από το μανίκι, κι εκεί η εξουσία κερδίζει χρόνο.

Γι’ αυτό, όπως σημειώνεται, οι αλλεπάλληλες αποκαλύψεις δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε πολιτική κρίση. Για να συμβεί αυτό, πρέπει κάποιος να επιμείνει στο ερώτημα που η κυβέρνηση προσπαθεί κάθε φορά να προσπεράσει: ποιος έχει την ευθύνη; Όταν αποκαλύπτονται κυκλώματα, η κυβερνητική απάντηση είναι ότι οι μηχανισμοί λειτουργούν. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διεκδικεί τις συλλήψεις και τις έρευνες ως απόδειξη αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, η αποκάλυψη μιας υπόθεσης δεν εξαφανίζει όσα συνέβαιναν πριν αποκαλυφθεί. Κάποιοι είχαν την εποπτεία, κάποιοι όφειλαν να ελέγχουν, κάποιοι πρέπει να εξηγήσουν πώς απέτυχαν.

Η κυβερνητική ταχυδακτυλουργία

Η επιτυχία έχει υπουργό, εκπρόσωπο και κομματικό λογότυπο, αλλά η αποτυχία χάνεται στις υπηρεσίες, στις αρμοδιότητες και στις παθογένειες του παρελθόντος, σύμφωνα με το σχόλιο. Έπειτα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, το επιτελικό κράτος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως επισκέπτης στο κράτος που διοικεί: φτάνει στον τόπο της ζημιάς, εκφράζει την έκπληξή του και υπόσχεται να αναζητήσει τους υπευθύνους.

Αυτή η απόσταση από την ευθύνη γίνεται ακόμη πιο προκλητική όταν αφορά το ίδιο το πρωθυπουργικό περιβάλλον. Στην υπόθεση Μπεκίρη, στα ερωτήματα για την απουσία ΦΕΚ διορισμού στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή, η κυβέρνηση απάντησε ότι επρόκειτο για εθελοντική προσφορά. Ο ίδιος αμφισβητεί τα δημοσιεύματα και έχει κινηθεί νομικά. Η πολιτική εξήγηση παραμένει ότι ένας άνθρωπος που παρουσιαζόταν ως διευθυντής προσέφερε, κατά την κυβέρνηση, εθελοντικά τις υπηρεσίες του.

Η υπόθεση Μάγγου και το άρθρο 23

Στην υπόθεση του Βασίλη Μάγγου, πέντε αστυνομικοί κρίθηκαν ένοχοι για βασανιστήρια μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Βόλου, για πράξεις του Ιουνίου του 2020. Έξι χρόνια χωρίζουν τα γεγονότα από αυτή τη δικαστική κρίση. Για την οικογένεια, αυτά τα χρόνια ήταν η ζωή της: η ανάγκη να επιστρέφει ξανά και ξανά στην ίδια οδύνη, να επιμένει, να διεκδικεί να ακουστεί. Μπροστά σε μια τέτοια απόφαση, η πολιτική ηγεσία οφείλει να εξηγήσει τι θα αλλάξει στην αστυνομία που εποπτεύει. Η επίκληση της Δικαιοσύνης δεν εξαντλεί τις υποχρεώσεις μιας κυβέρνησης, αλλιώς οι υπουργοί θα ήταν απλώς σχολιαστές των δικαστικών αποφάσεων.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση βρίσκει την αποφασιστικότητα που της λείπει στη λογοδοσία όταν πρόκειται να διευκολύνει τους ισχυρούς. Το άρθρο 23, που τελικά αποσύρθηκε, θα επέτρεπε, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη διμερή σύμβαση ρύθμισης ενός δανείου, χωρίς προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής. Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και του νομικού κόσμου προηγήθηκαν της υποχώρησης. Για τον δανειολήπτη, αφορά το περιθώριο που έχει να υπερασπιστεί την περιουσία του, και για την κυβέρνηση αποκαλύπτει μια προτεραιότητα: ανάμεσα στην τράπεζα και στον άνθρωπο, επέλεξε να διευκολύνει την πρώτη.

Οι υποθέσεις αυτές, αν και διαφέρουν, συναντιούνται στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη σχέση της με την κοινωνία. Ζητά διαρκώς εμπιστοσύνη ενώ δυσκολεύεται να δώσει εξηγήσεις, απαιτεί από τους πολίτες να τηρούν κάθε υποχρέωσή τους ενώ αντιμετωπίζει τις δικές της ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης, και βαφτίζει «σταθερότητα» την προσδοκία ότι ο πολιτικός λογαριασμός θα μένει ανοιχτός επ’ αόριστον.