Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου, να επικυρώσει το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο του 2019 επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί διπλωματική πρόκληση για την Ελλάδα, αλλά και ευκαιρία να αναδειχθεί η ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος και να αξιοποιηθεί η πολιτική στήριξη των εταίρων.
Η ευρωπαϊκή στάση
Η κοινή δήλωση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, και της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, καθώς και η δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου Κάγια Κάλλας, επαναβεβαίωσαν ότι το Μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και είναι άκυρο. Παράλληλα, επιβεβαίωσαν την αλληλεγγύη της Ε.Ε. προς την Ελλάδα και την Κύπρο, επαναλαμβάνοντας τη θέση κατά οποιασδήποτε εξωτερικής παρέμβασης στη Λιβύη.
Η ευρωπαϊκή αυτή στάση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποδεικνύει ότι το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά μια διμερή διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά συνδέεται άμεσα με τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς η Αθήνα θα αξιοποιήσει αυτή την ξεκάθαρη ευρωπαϊκή στάση.
Πεδία πίεσης προς την Τουρκία
Η Ελλάδα οφείλει να επιδιώξει τη διαμόρφωση μιας πιο ενεργητικής ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία, στη βάση της αρχής ότι η εμβάθυνση των σχέσεων με την Ε.Ε. δεν μπορεί να είναι αποσυνδεδεμένη από τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου. Ένα πρώτο πεδίο είναι η οικονομική και εμπορική συνεργασία, όπου η Τελωνειακή Ένωση Ε.Ε. – Τουρκίας αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για την τουρκική οικονομία. Η Ελλάδα θα πρέπει να επιμείνει ότι οποιαδήποτε αναβάθμιση των οικονομικών σχέσεων πρέπει να συνοδεύεται από πολιτικές προϋποθέσεις, όπως ο σεβασμός της κυριαρχίας των κρατών-μελών.
Παράλληλα, η Αθήνα θα μπορούσε να θέσει το ενδεχόμενο αναστολής της Τελωνειακής Ένωσης, εφόσον η Άγκυρα εξακολουθήσει να υιοθετεί συμπεριφορές που υπονομεύουν κυριαρχικά δικαιώματα. Πρόκειται για ένα ισχυρό μέτρο οικονομικής πίεσης. Ανάλογη προσέγγιση μπορεί να υιοθετηθεί και στις συζητήσεις για το νέο ευρωπαϊκό βιομηχανικό πλαίσιο «Made in Europe», όπου η Τουρκία επιδιώκει ισότιμη μεταχείριση με τις χώρες της Ε.Ε. Η Ελλάδα θα πρέπει να υποστηρίξει ότι η πρόσβαση τρίτων χωρών σε ευρωπαϊκά πλεονεκτήματα δεν μπορεί να είναι αυτόματη, αλλά να συνδέεται με την αρχή της αμοιβαιότητας.
Στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας, η Τουρκία επιδιώκει μεγαλύτερο ρόλο, μεταξύ άλλων στο πρόγραμμα SAFE. Η Ελλάδα θα πρέπει να επιμείνει στην αυστηρή εφαρμογή των όρων συμμετοχής τρίτων χωρών, αξιολογώντας κάθε συμφωνία υπό το πρίσμα της συνολικής συμπεριφοράς της Τουρκίας έναντι της Ε.Ε. και των κρατών-μελών της.
Στο μεταναστευτικό, η Ε.Ε. έχει διαθέσει σημαντικούς πόρους για τη στήριξη των προσφύγων στην Τουρκία. Η Αθήνα θα μπορούσε να ζητήσει συστηματικότερη αξιολόγηση της εκπλήρωσης των τουρκικών υποχρεώσεων, με έμφαση στην αποτροπή των παράτυπων διελεύσεων και στην αποφυγή εργαλειοποίησης των ροών. Αντίστοιχα, στο ζήτημα της απελευθέρωσης των θεωρήσεων εισόδου για Τούρκους πολίτες στη ζώνη Σένγκεν, η Ελλάδα θα πρέπει να επιμείνει στην πλήρη εκπλήρωση όλων των ευρωπαϊκών κριτηρίων, καθώς εκκρεμούν ακόμη έξι από τα 72 συνολικά κριτήρια.
Τέλος, η ευρωπαϊκή οικονομική υποστήριξη προς τη Λιβύη, ύψους 224 εκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2021-2027, αποτελεί ένα εργαλείο επιρροής. Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει αυτή τη χρηματοδότηση για να προωθήσει τη σταθερότητα και τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου στη χώρα.